ἀλέομαι

ἀλέομαι
Grammatical information: v.
Meaning: `avoid, shun, flee' (Il.).
Other forms: Also ἀλεύεται (Hom.); aor. ἠλεύατο (Hom.); ἀλεύω (A.)
Compounds: νηλεής (Hom.) `unescapable' \< *n̥-h₂leu-.
Derivatives: ἀλέα `avoiding, escape, shelter' - ἀλεωρή `escape, shelter' (Il.) \< *ἀλεϜ-ωλη (Chantr. Form. 243) or with an r-suffix. Denom. vb. ἀλεείνω from *ἀλεϜ-εν-, from the r\/n-stem ἄλεαρ· ἀλεωρίαν η πολυωρίαν H. (one expects *h₂leu-r̥, gen. *h₂lu-en-s).
Origin: IE [Indo-European] [27] *h₂leu- `escape'?
Etymology: With zero grade ἀλύ-σκω (Hom.). Connection with ἀλύω is very doubtful, because of its deviant meaning (`be distraught, beside oneself'). ἀλάομαι is also far off.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αλέομαι — ἀλέομαι και ἀλεύομαι και συνηρημένο ἀλεῡμαι (Α) 1. απομακρύνω, αποφεύγω 2. απόλ. φεύγω για να σώσω τη ζωή μου, διαφεύγω, ξεφεύγω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχικό τ. *ἀλεF ομαι (πρβλ. τον μετοχικό τ. τού Ησιόδου ἀλευόμενοι, το ομηρικό απαρέμφ. αόρ. ἀλεύασθαι …   Dictionary of Greek

  • ἀλευομένων — ἀλέομαι avoid pres part mid fem gen pl (epic) ἀλέομαι avoid pres part mid masc/neut gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλευάμενον — ἀλέομαι avoid aor part mid masc acc sg (epic) ἀλέομαι avoid aor part mid neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλευόμενον — ἀλέομαι avoid pres part mid masc acc sg (epic) ἀλέομαι avoid pres part mid neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλεύεται — ἀλέομαι avoid aor subj mid 3rd sg (epic) ἀλέομαι avoid pres ind mid 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλεύηται — ἀλέομαι avoid aor subj mid 3rd sg (epic) ἀλέομαι avoid pres subj mid 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλεύομαι — ἀλέομαι avoid aor subj mid 1st sg (epic) ἀλέομαι avoid pres ind mid 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλευαμένης — ἀλέομαι avoid aor part mid fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλευαμένοιο — ἀλέομαι avoid aor part mid masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλευαμένου — ἀλέομαι avoid aor part mid masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλευομένη — ἀλέομαι avoid pres part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.